Smaragdi Mitropoulou
Literatura griega

Cuentos de Grecia: Smaragdi Mitropoulou

SMARAGDI MITROPOULOU es una poeta, narradora, historiadora y arqueóloga nacida en Atenas. Estudió Historia y Arqueología en la Universidad de Atenas y realizó estudios de posgrado en Historia Antigua en la Universidad de Cardiff en Gran Bretaña. Es profesora de secundaria. Tiene un diplomado en Escritura Creativa de Writers’ Bureau College (Manchester, Reino Unido) y ha tomado cursos de escritura teatral en el Instituto Internacional de Teatro y Dirección de la Fundación de Cultura Tinian.  Es autora de cuatro libros escritos en griego: Πριν ο ήλιος δύσει “Before the sun goes down” (teatro, 2013 – editorial Ostria); Μια στιγμή μια αιωνιότητα μονάχα “One moment just an eternity” (cuentos, 2015 – editorial Ostria); Ήχοι στη σιωπή “Sounds in silence” (cuentos, 2017 – editorial Ostria); Barsaat ο χορός της βροχής “Barsaat, the rain dance” (cuentos y poemas, 2019 – editorial 24 gramma). Su libro Μια στιγμή μια αιωνιότητα μονάχα “One moment just an eternity”, prologado por el escritor y productor de radio Theofanis. L. Panagiotopoulos, fue traducido al inglés (2020) y publicado por la editorial Ontime Books de Gran Bretaña.  Ha ganado tres veces el Premio Larry Niven de ficción (primer y segundo premio en la categoría «Fantasía»). En 2019, fue galardonada con el premio de prosa ALEXANDROS PAPADIAMANTIS de la revista literaria KEFALOS por su trabajo literario contemporáneo y su aporte intelectual. Asimismo, la Asociación Cultural Helénica de Chipre (EPOK) eligió su libro «Barsaat the rain dance» como Libro del Año 2019. En 2020, fue galardonada con el premio PANORAMA YOUTH LITERARY 2020 en el marco del Panorama Literario Internacional 2020 India. En 2021, su poema «Eternidad» (Eternity) recibió una medalla de oro en un concurso internacional de poesía en China. Es coordinador de programas de la Writers Capital International Foundation. También, ha participado en numerosos festivales literarios en Europa y Asia. Sus poemas y cuentos se han traducido al inglés, chino, taiwanés, bengalí y, ahora, al español y se han publicado en revistas y sitios web nacionales e internacionales.


Μπλε γραμμή

Πρωινό Σαββάτου, σχεδόν επτά. Πιστός στην προσφιλή του συνήθεια, ο Πέτρος σηκώθηκε νωρίς. Στην κουζίνα τον περίμενε ήδη αχνιστός, μαζί με ένα πιατάκι φρέσκα κουλουράκια, ο καφές από τα χέρια της κυρά-Ασημίνας. Χρόνια τώρα, φρόντιζε και περιποιόταν το εργένικο σπιτικό του.
Τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να πίνει τον καφέ του με αργές γουλιές, παρατηρώντας την ανατολή του ήλιου. ΄Εξω στο κηπάκι, η κυρά-Ασημίνα μάζευε με τη σκούπα κι έριχνε μέσα σε μία μαύρη σακούλα σκουπιδιών τα κίτρινα φύλλα από τα δέντρα. Της έγνεψε με το χέρι, λέγοντας «καλημέρα». Ύστερα άφησε το φλιτζάνι στην άκρη και, δαγκώνοντας ένα κουλουράκι, άνοιξε το πακέτο που του είχε φέρει την προηγούμενη μέρα ο ταχυδρόμος.
Ξεφύλλισε με αργές κινήσεις τις σελίδες του περιοδικού, χαμογέλασε αχνά, όταν είδε το άρθρο του και το άφησε στην άκρη.
Τι μου συμβαίνει τον τελευταίο καιρό; αναρωτήθηκε.
Τίναξε το κεφάλι του, σαν να ήθελε να το απαλλάξει από οποιαδήποτε σκέψη. Σε λίγο θα πήγαινε μέχρι την Αποκάλυψη να συζητήσει με τον πατέρα- Θεοφάνη για την αυριανή λειτουργία και ύστερα θα επέστρεφε στο σπίτι για να κλειστεί στο γραφείο του, να συγγράψει και να μελετήσει. Το απογευματάκι ίσως να έκανε τον περίπατό του. Γιατί ο Πέτρος απολάμβανε ιδιαίτερα τους μοναχικούς περιπάτους στη φύση.
Τον μάγευε ιδιαίτερα μια πολύ ξεχωριστή τοποθεσία έξω από τη Σκάλα, γεμάτη ουρανό και θάλασσα. Ένα μικρό, λιγάκι απότομο στενό, πίσω από ένα σπιτάκι-κλειστό παρέμενε τον περισσότερο καιρό!- οδηγούσε κάτω στην παραλία.
Εκεί στεκόταν και θαύμαζε το τοπίο. Όταν ο καιρός ήταν καλός, κατέβαινε το μονοπάτι και καθόταν στην άμμο ακολουθώντας με το βλέμμα τη γραμμή της θάλασσας… κι ήταν ένα χρώμα βαθύ μπλε….
Δεν ήταν, βέβαια, ο μόνος…
Σ’ αυτό το μέρος πήγαινε συχνά και ο Μάνος, έστηνε το καβαλέτο του και αποτύπωνε με χρώματα άλλοτε τη θάλασσα (ήρεμη ή φουρτουνιασμένη) κι άλλοτε τη λεπτομέρεια ενός μικρού λουλουδιού κρυμμένου μέσα στα χορτάρια.
Ο Πέτρος χαμογέλασε στη σκέψη του νεαρού που δάμαζε τους άπειρους χρωματισμούς με το πινέλο του και τις βυζαντινές μελωδίες με τη φωνή του. Τις Κυριακές έψελναν δίπλα δίπλα στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης.
«Τι θες να σου φτιάξω για το μεσημέρι, κυρ-Πέτρο μου;» η φωνή της κυρά-Ασημίνας τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Ε;» έκανε.
«Τι να σου φτιάξω για το μεσημέρι;» ξαναρώτησε η γυναίκα.
«Χμ… ό,τι καλύτερο νομίζεις εσύ!»
Σημείωσε κάτι στο μπλοκάκι του και το έχωσε στην τσέπη του.
Ένας ζεστός φθινοπωρινός ήλιος- κι ας ήταν σχεδόν τέλη Νοέμβρη- τον υποδέχτηκε, σαν βγήκε απ’ το σπίτι. Θα ‘θελε πάρα πολύ να κάνει τη διαδρομή μέχρι το σπήλαιο της Αποκάλυψης με τα πόδια, όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει τον πατέρα-Θεοφάνη να περιμένει.
Καθώς βάδιζε προς τη στάση του λεωφορείου, το βήμα του κόντυνε λίγα μόλις μέτρα έξω από το ΠΕΡΙΤΕΧΝΟ, το μαγαζί με τις αντίκες και τα έργα τέχνης στο κέντρο της μικρής πλατείας.
Με το πρόσωπο σχεδόν κολλημένο στο τζάμι, να παρατηρεί τη θαλασσογραφία στη βιτρίνα, ο Μάνος απορροφημένος στο δικό του κόσμο!. Και δίπλα του… εκείνη! Η Ανθή…! Χαμογελαστή…!

***
Η Ανθή…
Όλα ξεκίνησαν τρεις μήνες πριν.
Απόγευμα Κυριακής ήταν, η τελευταία των διακοπών, μιας και τη Δευτέρα άνοιγαν τα σχολεία, κι ο Πέτρος είχε και πάλι πάει στην «περιοχή του παραδείσου» – έτσι την έλεγε!
Είχε φτάσει σχεδόν στα μισά του μονοπατιού, όταν είδε ένα γυναικείο, ημίγυμνο σώμα να ξεπροβάλει μέσα από το νερό. Οι κινήσεις της ήταν ρυθμικές, σχεδόν χορευτικές, όπως κολυμπούσε κατά μήκος της ακτής.
Ο Πέτρος ξεροκατάπιε κι έκλεισε τα μάτια του, νομίζοντας ότι ονειρευόταν. Σίγουρα ήταν κάτι σαν αντικατοπτρισμός που θα διαλυόταν, μόλις ο ήλιος έγερνε στη δύση του.
Ξανάνοιξε τα μάτια του και την είδε να τυλίγεται μ’ ένα λευκό μπουρνούζι. Με μία χτένα προσπαθούσε να ξεμπερδέψει και να χτενίσει τα μαλλιά της.
Ύστερα μάζεψε τα πράγματά της και πήγε ν’ ανέβει στο μονοπάτι. Ίσα-ίσα πρόλαβε ο Πέτρος να οπισθοχωρήσει και να φύγει, προτού εκείνη τον αντιληφθεί.
Πώς να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ; Μέσα του… γύρω του… στο κορμί του… έντονη η εικόνα της!

***
Πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξή του, όταν την επόμενη μέρα, λίγο πριν τον αγιασμό, ο σχολάρχης τούς παρουσίασε τη νέα τους συνάδελφο. Δεν ήταν άλλη από την υπέροχη οπτασία της ακροθαλασσιάς.
Την Ανθή!!!.

***
«Μάνο, οι δικοί σου πίνακες είναι πολύ ανώτεροι απ’ το έργο αυτό… είμαι σίγουρη…», έλεγε εκείνη τη στιγμή η Ανθή.
Ο Μάνος κοκκίνισε ελαφρά.
«Σας… σας ευχαριστώ!…» είπε κοιτάζοντάς την κατάματα, ενώ ο νους του ταξίδευε.

***
Κρατώντας προσεκτικά το πινέλο, ο Μάνος παρατήρησε για λίγο τη λευκή γαρδένια και μετά άρχισε να την αποτυπώνει προσεκτικά στο καβαλέτο του. Εδώ και λίγες εβδομάδες το μικρό σπιτάκι πάνω απ’ τα βράχια, με τη συγκλονιστική θέα στη θάλασσα, είχε αρχίσει να αποκτά ζωή. Φρεσκοβαμμένο, περιποιημένο, ο κήπος ξεχορταριασμένος και γεμάτος γλάστρες με διάφορα άνθη… οι γαρδένιες είχαν την τιμητική τους!.
Σίγουρα θα πρόκειται για κάποια μοναχική, ρομαντική ψυχή, συλλογίστηκε, ενώ ζωγράφιζε.
Για λίγο μελαγχόλησε. Σε μια βδομάδα θα ξανάρχιζε το σχολείο, έτσι δεν θα’ χε πια τόσο ελεύθερο χρόνο να εμπνέεται και να ζωγραφίζει. Κάποιον τρόπο όμως θα εύρισκε, χωρίς να παραμελεί τα μαθήματά του.
Και τότε…
Μια νεαρή γυναίκα βγήκε στον κήπο, πήρε ένα ποτιστήρι, το γέμισε νερό απ’ τη βρύση κι άρχισε να ποτίζει τις γλάστρες με τα λουλούδια, τραγουδώντας για αγάπες χαμένες και μαραμένες.
Ο Μάνος άφησε το πινέλο στο πλάι.
Πόσο υπέροχα τραγουδά, σκέφτηκε και χειροκρότησε αυθόρμητα.
Η γυναίκα τού χαμογέλασε- τι γλυκό χαμόγελο, τι όμορφα μάτια… προπάντων τα μάτια, ξανασκέφτηκε ο Μάνος-κι έκοψε μια γαρδένια και του την έδωσε.
Τη νύχτα κοιμήθηκε με νανούρισμα τη φωνή και το τραγούδι της.
Και τι έκπληξη ένιωσε όταν, μια βδομάδα μετά, η γυναίκα με τη γαρδένια, όπως την ονομάτιζε μιας και δεν ήξερε καν πώς την έλεγαν, μπήκε στην τάξη του, τη Β΄ Λυκείου! Θα έκαναν μαζί το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
Και το όνομά της; Ανθή!!
Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, πρόσεξε ότι στο χέρι της φορούσε ένα ασημένιο δακτυλίδι με λευκές πέτρες σε σχήμα γαρδένιας.

***
«Μάνο, καλημέρα!»
«Καλημέρα, δάσκαλε!»
«Τι ευχάριστη έκπληξη, αγαπητή Ανθή», ξανάπε ο Πέτρος, απευθυνόμενος στη συνάδελφό του. «Τι πιο φυσικό να σας δω και τους δυο στο ΠΕΡΙΤΕΧΝΟ».
«Υποθέτω βέβαια πως η συνάντησή σας ήταν τυχαία, έτσι;» πρόσθεσε –δήθεν αστειευόμενος.
«Να… εγώ… εμείς… δηλαδή….», ο Μάνος κόμπιασε.
Λίγο ακόμα και θα την έπαιρνες αγκαλιά, μικρέ ανόητε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Λες και δεν μπορώ να σε καταλάβω… νομίζεις….
«Θέλω να αγοράσω μερικά διακοσμητικά για το σπίτι…», είπε η Ανθή
«Κι εγώ… μερικά καινούργια χρώματα…. να φτιάξω μια θαλασσογραφία σαν αυτή… σαν αυτή εδώ…», είπε κι ο Μάνος, δείχνοντας προς το μέρος της βιτρίνας.
Μια θάλασσα ακίνητη εντελώς…. μια μπλε γραμμή ολόιση… δίχως κυματάκια…. δίχως παφλασμούς…. σαν μια ζωή γραμμική… ρηχή και μουντή, συλλογίστηκε η Ανθή.
«Εσύ θα φτιάξεις πολύ πιο όμορφα πράγματα… έχεις το χάρισμα….», είπε στον Μάνο, ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο του.
Κι εσύ…. κι εσύ έχεις το χάρισμα Ανθή…. να…. η καρδιά του Πέτρου άρχισε να χτυπά άτακτα.
«Πηγαίνω στον πατέρα-Θεοφάνη. Μιας και σε βρήκα, καλό θα ‘ταν να ‘ρθεις κι εσύ μαζί μου, Μάνο!» είπε.
«Μα….»
«Πρέπει να συνεννοηθούμε για κάποια θέματα της χορωδίας», επέμεινε ο Πέτρος και τον τράβηξε ελαφρά από το μπράτσο. «Δε θα μας πάρει πολύ. Μετά θα’ σαι ελεύθερος…»
Η Ανθή έκανε νόημα στο Μάνο σαν να του έλεγε ότι έπρεπε να υπακούσει. Ύστερα χαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο και μπήκε στο μαγαζί.
«Θα’ θελα… θα’ θελα να ‘ σαι πιο προσεκτικός….», είπε σιγανά, μα αυστηρά, ο Πέτρος στον νεαρό.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Προτού ακολουθήσει το δάσκαλό του, γύρισε κι έριξε μια ματιά στη θάλασσα. Ακούστηκε ο απαλός ήχος που έκανε το κυματάκι, καθώς έσκαγε στην ακτή. Το χρώμα… βαθύ μπλε.


Línea azul

Desayuno sabatino. Casi las siete. Fiel a su hábito favorito, Petros se levantó temprano. En la cocina, lo esperaba el humeante café junto con un plato de galletas recién horneadas por la señora Asimina quien, desde hace años, cuidaba de su casa de soltero.
Acercó una silla a la ventana y empezó a tomar, con lentos sorbos, su café mientras veía el sol ascender. Afuera, en el jardín, la señora Asimina recogía las hojas amarillas de los árboles con la escoba y las echaba en la bolsa negra de basura. —Buenos días —la saludó y dejó la taza a un lado. Mordió una galleta y abrió el paquete que le trajo el cartero el día anterior.
Pasó lentamente las páginas, sonrió apacible cuando vio su artículo y puso la revista en la mesa.
«¿Qué me pasa últimamente?», se preguntó. Sacudió la cabeza en un intento por ahuyentar los pensamientos. Dentro de poco, iría al Apocalipsis a concertar con el padre Teófanes la liturgia del día siguiente y, más tarde, volvería a casa y se encerraría en su oficina a escribir y estudiar. En la tarde, tal como le gustaba, podría irse a pasear, en solitario, por la naturaleza. Se sentía particularmente encantado por un lugar muy especial fuera de Skala, lleno de cielo y de mar. Una callejuela, ligeramente empinada, detrás de una pequeña casa, que permanecía encerrada la mayor parte del tiempo, conducía a la playa.
Se detuvo a rememorar el paisaje. Cuando hacia buen tiempo, bajaba por el sendero y se sentaba en la arena con la mirada siguiendo la línea del mar, de un color azul intenso… Por supuesto, no era el único…
Manos también iba, a menudo, a este lugar. Montaba su caballete y pintaba el mar con múltiples colores, sereno o picado, y, a veces, el detalle de alguna flor escondida entre la hierba.
Petros sonrió al pensar en el joven domando los infinitos colores con su pincel y las melodías bizantinas con su voz. Los domingos cantaban codo a codo en la Cueva del Apocalipsis.
—¿Qué desea que haga de almuerzo, don Petros? —La voz de doña Asimina lo devolvió a la realidad. —¿Eh?, respondió ensimismado. —¿Qué te hago de almuerzo? —preguntó de nuevo la mujer. —Hum… ¡Lo que mejor te parezca! —Le respondió, y anotó algo en su libreta y la guardó en el bolsillo.
Un cálido sol de otoño -a pesar de que era finales de noviembre- lo saludó al salir. Le habría gustado ir a pie a la Cueva del Apocalipsis, pero no quería dejar esperando al padre Teófanes.
Mientras caminaba hacia la parada de buses, pasó junto a Peritechno, la tienda de antigüedades y arte en el centro de la pequeña plaza.
Con el rostro casi pegado al cristal, observando la marina en la ventana, quedó absorto en su propio mundo. Y junto a él, sonriente, pasó Anti.

***
Todo empezó hace tres meses. Era domingo por la tarde, el último de las vacaciones. Las escuelas abrían el lunes. Petros había regresado a la “región del paraíso”, así le llamaba.
Estaba a medio camino cuando vio emerger del agua el cuerpo semidesnudo de una mujer. Sus movimientos eran rítmicos, casi danzantes, mientras nadaba a lo largo de la orilla.
Petros tragó saliva y cerró los ojos, pensaba que estaba soñando.
Seguramente era algo así como un espejismo que se disiparía tan pronto como el sol naciente apareciera en el oeste.
Volvió a abrir los ojos y la vio envuelta en una bata blanca. Con un cepillo peinaba y desenredaba su cabello. Luego, recogió sus cosas y subió por el sendero. Petros se las arregló para ocultarse y marcharse antes de que ella notara su presencia.
¿Cómo dormir esa noche? Adentro, alrededor de él… En su cuerpo… La imagen de la mujer persistía.

***
Cuán grande fue su sorpresa cuando, al día siguiente, poco antes de la consagración, el director les presentó a su nueva colega. No era más que la maravillosa aparición en la orilla del mar. Anti.

***

—Manos, tus pinturas son muy superiores a este trabajo. Estoy segura —decía Anti mientas Manos se sonrojaba ligeramente.
—¡Tú!… Gracias. —le dijo mirándola fijo mientras su mente divagaba.

***
Sosteniendo con delicadeza el pincel, Manos observó la blanca gardenia por un momento, luego comenzó a trazarla sobre en lienzo en su caballete. Desde hace semanas, la casita sobre las rocas, con la impactante vista al mar, había comenzado a cobrar vida.
Recién pintado, regado y desherbado el jardín, lleno de macetas con flores coloridas… ¡Las gardenias tuvieron su merecido! Seguramente se trata de un alma romántica y solitaria, reflexionó mientras pintaba.
Se sintió triste por un rato. Regresaría a la escuela en una semana y tendría poco tiempo para inspirarse y pintar, sin embargo, encontraría la manera de escabullirse sin descuidar los estudios.
De repente, una joven salió al jardín, tomó una regadera, la llenó con agua del grifo y comenzó a regar las macetas mientras cantaba amores perdidos y marchitos.
Manos dejó el pincel a un lado.
«Qué lindo canta», pensó y le aplaudió espontáneamente.
La mujer le sonrió. «Qué sonrisa tan dulce, qué ojos tan bellos… Sobre todo, los ojos», pensó de nuevo Manos, y cortó una gardenia y se la dio.
Por la noche, sentía ser arrullado por la voz y el canto de la mujer.
Qué sorpresa se llevó cuando, una semana después, la mujer de la gardenia, como él la llamaba, pues ni siquiera sabía su nombre, entró en su clase de literatura griega moderna.
Su nombre era Anti. Cuando sus ojos se encontraron, notó que, en su mano, llevaba un anillo de plata con piedras blancas en forma de gardenia.

***

—¡Manos, buenos días!
—¡Buenos días, profesor!
—Qué agradable sorpresa, querida Anti —dijo Petros dirigiéndose a su colega— Qué podría ser más natural que verlos a ambos en Peritechno. Claro, supongo que su encuentro fue por casualidad, ¿no? —añadió, aparentemente, en broma.
—Bueno… Yo… Nosotros… Eso es —murmuró Manos.
«Sólo un poco más y estarías abrazándola, pequeño tonto. Como si no pudiera saber tus intenciones», pensó Petros.
—Vine a comprar unos adornos para la casa —dijo Anti.
—Yo también… Busco colores nuevos. Quiero hacer una marina como esta de aquí —dijo Manos señalando la vitrina.
«Un mar completamente sereno… Una línea azul sólida… Sin ondulaciones o salpicaduras… Como una vida lineal… Superficial y aburrida», reflexionó Anti. —Harás cosas mucho más hermosas… Tienes el don —le dijo a Manos poniéndole la mano en el hombro.
El corazón de Petros comenzó a latir salvajemente.
—Voy a ver al padre Teófanes. Ahora que te encuentro pienso que deberías acompañarme, Manos —le dijo.
—Pero…—replicó Manos.
—Tenemos que ponernos de acuerdo en algunos asuntos del coro —Insistió Petro y lo jaló suavemente por el brazo—No nos tomará mucho tiempo, pronto estarás libre —y añadió en voz baja, pero severa— Me gustaría… Me gustaría que tuvieras más cuidado.
Sacudió la cabeza en señal de huida. Antes de seguir a su maestro, se volvió y miro hacia el mar. Se oía el apacible sonido de la ola al romperse en la orilla. El color… Azul profundo.


Ημερολόγιο μιας ανάμνησης

5 Σεπτεμβρίου
Ο απογευματινός μου περίπατος κατέληγε πάντα στην παραλία με τα λευκά βότσαλα. Το τοπίο είχε αλλάξει. Τα νερά της θάλασσας είχαν ελαφρά σκουρύνει. Φθινόπωρο.

10 Σεπτεμβρίου
Ένα κορμί ημίγυμνο ανάμεσα στα κύματα! Μάλλον ονειρευόμουν. Ή μήπως όχι; Μια οπτασία με σάρκα και οστά… ω θεοί!!

20 Οκτωβρίου
Παντού η εικόνα της, παντού. Βασανιστικές οι νύχτες…

1 Νοεμβρίου
Την είχα τόσο δίπλα μου, σχεδόν μπορούσα να την αγγίξω. Παρακολουθούσα τα χέρια της, τα μακριά δάχτυλά της, καθώς γυρίζανε τις σελίδες ενός βιβλίου. Φορούσε ένα δαχτυλίδι με πέτρα σε σχήμα καρδιάς. Μια κατακόκκινη καρδιά.

1 Μαρτίου
Χειμώνας… Άνοιξη… .Κι εγώ εκεί….

15 Μαρτίου
Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Σαν έπεφτε το σκοτάδι… ένιωθα αόρατα τα ακροδάχτυλά της να με αγγίζουν… τα χείλη της να με φιλούν… τα μάτια της να βυθίζονται στα δικά μου. Ναι, ήταν δική μου. Κι ας μην την είχα αγγίξει ποτέ.

10 Απριλίου
Τους είδα. Είναι μαζί, λοιπόν. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Πόσο διαρκεί ένα όνειρο; Όσο μια τόση δα στιγμή…

15 Απριλίου
Νεκρή τη βρήκαν… εκεί… που την είχα πρωτοδεί… αίμα και θάλασσα μαζί..

20 Μάη
Μέσα στην ομίχλη του χρόνου. Κανείς δεν έμαθε ποτέ. Κι ούτε θα μάθει…

 

8 Σεπτεμβρίου (ένας χρόνος μετά)
Σαν σήμερα ήταν! Πώς πέρασε ο καιρός, αλήθεια;
Δεν μπορώ, μα και δε θέλω να ξεχάσω. Θα μου τη θυμίζει πάντα το δαχτυλίδι σε σχήμα καρδιάς… περασμένο σε μία λεπτή αλυσίδα στο λαιμό μου. Μια κόκκινη, κατακόκκινη καρδιά… κοντά στο μέρος της καρδιάς. Της δικής μου.
Κάθε νύχτα ζω το όνειρο ξανά και ξανά… ως τη στιγμή που θα ξανανταμώσουμε… κάπου… κάποτε…


Memorias de un diario

5 de septiembre
Mi caminata de la tarde siempre termina en la playa de guijarros blancos. Pero, esta vez, el paisaje luce diferente. Las aguas del mar, ligeramente, oscurecieron. Es otoño.

10 de septiembre
¡Un cuerpo semidesnudo entre las olas! Creo que estaba soñando… O tal vez no. Se trata de una aparición de carne y huesos ¡Oh, dioses!

20 de octubre
Su imagen en todas partes, en todas partes. Noches de tortura…

1 de noviembre
La tuve tan cerca de mí, casi pude tocarla. Observé sus manos, sus largos dedos, mientras pasaban las páginas de los libros. Usaba un anillo con una piedra en forma de corazón. Un corazón carmesí.

1 de marzo
Invierno… Primavera… Yo también…

15 de marzo
Se me ha convertido en una obsesión. Mientras caía la oscuridad… Sentí sus dedos invisibles tocándome… Sus labios besándome… Sus ojos hundiéndose en los míos. Sí, fue mía. Aunque nunca la hubiese tocado.

10 de abril
Los vi. Parece que están juntos. No puedo creerlo ¿Cuánto dura un sueño? Aunque a veces…

15 de abril
La encontraron muerta… donde la vi por primera vez… La sangre y el mar juntos…

20 de mayo
En la niebla del tiempo. Nadie jamás se enteró. Y él ni siquiera sabrá…

8 de septiembre (un año después)
¡Era un día como hoy! Cuánto ha pasado el tiempo, ¿cierto?
No puedo y tampoco quiero olvidar. Siempre recordaré su anillo en forma de corazón… Pende ahora en la fina cadena de mi cuello. Un corazón rojo carmesí… junto al mío.
Cada noche evoco el sueño una y otra vez… Hasta que nos volvamos a encontrar, en algún lugar…algún día.


Ώρα Σιωπής

Έχει σκοτεινιάσει εδώ και ώρα. Το φως του φεγγαριού ασθενικό, ίσα που διαπερνάει τα πυκνά σύννεφα. Κι εγώ, μόνη, κοιτάζω το λευκό μάρμαρο που κρύβει στην αγκαλιά του εσένα, έρωτα και τύραννέ μου μαζί.
Ξετυλίγω απ’ το λαιμό μου το μαύρο φουλάρι και με αργές κινήσεις αρχίζω να το κόβω σε λωρίδες.
Ένα για σένα… ένα για μένα… ένα για μας!
Καημενούλα μου τι κακό σε βρήκε! ψεύτικα τα λόγια της παρηγοριάς και δεν τα θέλω.
Μπροστά μου “βλέπω” ξανά το χαμόγελό σου, τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση στο βλέμμα σου… σαν ταινία περνούν από μπροστά μου οι ατέλειωτες ώρες μοναξιάς.
Όταν περίμενα ν’ ακούσω το κλειδί σου στην πόρτα…
Όταν περίμενα μια τρυφερή κουβέντα, ένα άγγιγμα, ένα χάδι, ένα φιλί…
Μα έπεφτα πάνω σε τοίχο!
Δίχως εμένα πώς θα ζήσεις; Εγώ κυλώ μέσα στο αίμα σου…! πόσο αλαζόνας υπήρξες, καλέ μου.
Δεν έχεις ζωή… δεν έχεις ζωή χωρίς εμένα!
Αχ, αυτά σου τα λόγια!.
Πόσο λάθος κάνεις! η ψυχή μου φωνάζει κι ας μένουν τα χείλη μου κλειστά. Εγώ, μάτια μου, θα ζήσω… χρώμα στη ζωή μου θα βάλω… όπως εγώ ονειρεύτηκα… ΘΑ ΖΗΣΩ!!!
Βγάζω το μαύρο μου παλτό και το ακουμπώ πάνω στο μνήμα σου.
«Κάνει κρύο τις νύχτες!» λέω μόνο.
Κι απομακρύνομαι δίχως να κοιτάξω πίσω μου.
Μια μικρή σχισμή ανοίγεται στον ουρανό… και μια φεγγαραχτίδα τόση δα ρίχνει φως στο μονοπάτι.
Ώρα σιωπής.


Tiempo de silencio

Hace poco oscureció. La débil luz de la luna apenas se filtra por las nubes densas.
Miro el blanco mármol que, en sus brazos, te oculta, mi tirano y mi amor.
Me suelto el negro pañuelo del cuello y, lentamente, empiezo a cortarlo en tiras.
Uno por ti, uno por mí, otro por nosotros…
¡Pobrecita mía! ¿Qué te ocurre? Las palabras de consuelo son falsas y no las quiero.
Frente a mí, aparece tu sonrisa, la seguridad y el desparpajo de tu mirada… Las interminables horas de soledad pasan ante mis ojos como una película.
Esperaba escuchar tu llave en el cerrojo de la puerta…
Esperaba una conversación tierna, un roce, una caricia, un beso…
¡Pero me estrellé contra la pared!
¿Cómo vivirás sin mí? Fluyo por tus venas… Cuán arrogante fuiste querido.
¡No tienes vida…! ¡No tienes vida sin mí!
¡Ah, esas palabras tuyas! Pero cuán equivocado estabas.
Mi alma grita, aunque mis labios permanezcan cerrados. Yo, mis ojos, viviré…
Pondré color a mi vida… Tal como lo soñé, VIVIRÉ.
Me quito el abrigo negro y lo pongo sobre tu sepultura.
¡Hace frío por la noche! Es lo único que me nace decirte. Me alejo sin mirar atrás.
Una pequeña grieta se abre en el cielo… Y un rayo de luna ilumina el camino.
Tiempo de silencio.


Cortesía de la autora

María Del Castillo Sucerquia

María Del Castillo Sucerquia (Barranquilla, Colombia - 1997). Poeta, agente literaria, médica oriental (Escuela Neijing, España) y traductora (francés, inglés, italiano, portugués, ruso y griego). Aprendió idiomas en la Universidad del Atlántico. Doctorado honoris causa en Humanismo Trascendental desde la Academia, las Artes, la Cultura y la Cultura de Paz (Alianza AHCASA Marruecos-México, 2021). Estudiante de idioma hebreo. Ganadora del premio de poesía Naji Naaman, categoría Creativity prize, (Líbano, 2022); del premio literario Kasi Nazrul Islam Birth Aniversary Award (Bangladesh, 2022); del premio “Un poema para Meira Delmar – 2022 (Biblioteca Meira Delmar, Barranquilla, Colombia); del premio Golden Heart, que otorga la Fundación Internacional Rahim Karim Karimov (Rusia – Kirguistán, 2022), en reconocimiento a su labor literaria y de traducción; del primer puesto del VII premio Mesa de Jóvenes “Jorge García Usta” (Festival Internacional PoemaRío – Biblioteca Piloto del Caribe) con su libro inédito “El tren silenciado”. Directora de la revista Read Carpet Colombia. Curadora y traductora de revistas literarias y medios nacionales e internacionales. Sus poemas han sido traducidos al chino, inglés, canarés, bengalí, polaco, entre otros, y publicados en antologías y medios digitales e impresos nacionales e internacionales.

Deja una respuesta

Your email address will not be published.

Previous Story

¿Qué cacique manda en Chinú?

Next Story

El resurgir de un pueblo picante(I)